Στην αρχή ξεκίνησε σαν µια θύελλα από το πουθενά και
ντύθηκε τη µορφή ενός ψηλόσωµου και λυγερού αιλουροειδούς.
Δεν είχε µάτια γιατί δεν υπήρχε τίποτα για να δει.
Και ακροπατώντας κι ακραγγίζοντας γλίστρησε κυματιστά
κάνοντας δρόμο πολύ στο αιωρούµενο Μηδέν, ψάχνοντας
για κάτι που δεν ήταν εκεί.
Γύρω υπήρχε µόνο το Χάος.
Η λύσσα και η οργή του ξεφύσηξαν σαν αόρατος άνεμος κι
όλα γύρω ζέσταναν και πύρωσαν και σε µια γωνιά του
Χάους µια σπίθα στροβιλίστηκε κι άναψε και ξεπετάχτηκαν
φλόγες. Κι απ' τις φλόγες αυτές έγινε φωτιά μεγάλη και γύρω της
ήρθανε αργά, σιγά, ψηλαφιστά µορφές που φωτίστηκαν, φιγούρες
παράξενες, αιλουροειδή µε µάτια που λάμπανε, πράσινα,
µαζώχτηκαν και στριµώχτηκαν στη ζεστασιά.
Και το σκοτεινό Τίποτα απόκτησε µια µικρή φωτερή κηλίδα
που αναβοσβήνει και τρεµοφέγγει στη θανατερή ανυπαρξία.
Και οι πρώτες κουβέντες ειπώθηκαν για να γίνουνε ένας
κατοπινός θρύλος που θα ταξιδεύει στο χρόνο από στόμα
σε στόμα ...
ΦΥΓΗ ΠΡΩΤΗ
Ε Ν Α
Όταν ο ήλιος πεθαίνει, ο θεός Χονβούμ βγάζει τα συντρίμμια των άστρων που έχει μαζέψει στο σάκο του και τα πετάει απλόχερα πάνω στον ήλιο για να τον βοηθήσει να ξαναλάμψει το πρωί της άλλης μέρας με την ίδια μεγαλοπρέπεια που έλαμπε και την προηγούμενη.
Άνοιγμα ημιδιάφανης μεμβράνης με χρωματικές παραλλαγές και ιριδισμούς. Ξεκινούν με βάση το κορμί σου κι εκτείνονται στις τέσσερις άκρες του δωματίου αργοσβήνοντας και ενισχύοντας την οπτική εξαπάτηση, με επακόλουθο τη διαφοροποιημένη μεταφορά πλασματικής εικόνας στον εγκέφαλο αντί πραγματικής. Σαν αίτιο εκλαμβάνεται η μικρή ποσότητα φωτός που κατορθώνει να διεισδύσει από τις μισόκλειστες γρίλιες.
Μικρά σκοτεινιασμένα βαθουλώματα σε λευκή διαφάνεια δέρματος. Τέντωμα σάρκας σε σφαιρικά αχιβαδοειδή και σε τοξωτές ευθείες. Τρεμούλιασμα στο δέρμα από ελάχιστη μετατόπιση του
κορμιού πάνω στο μαλακό κρεβάτι. Το δίδυμο των σφιγμένων μηρών σχηματίζει γωνία με τις διπλωμένες γάμπες. Απαλοί κυµατισμοί και ζαρώματα στο τσαλακωμένο σεντόνι με το σκληρό χρώμα.
Γρήγορη ματιά στην πλάτη που ανοίγει σαν γιαπωνέζικη βεντάλια, στο κέντρο σχηματίζεται ελαφρά σμιλεμένη κοίτη. Σταμάτημα στιγμιαίο με το αερόστατο της μνήμης. Αργή περιφορά της διασταλμένης από έλλειψη φωτός κόρης στο απαλό χνούδιασμα των τσιτωμένων γλουτών μέχρι το προκλητικό σχίσιμο που ισορροπεί, χωρίζοντας στα δυο, τα, σε τέλεια αρμονική συνύπαρξη, κιονόκρανα των ποδιών. Πισωγύρισμα κι αλαφροπερπάτημα με ανοδική φορά. Σκάλωμα μεσοχρονικό στην τρυπίτσα του αποκομμένου λώρου. Απαλό γλίστρημα στο επαναλαμβανόμενο μέσα έξω των πλευρικών οστών. Φωτοσκιάσεις και παίξιμο φούγκας σε πλήκτρα με μοναδική στιλπνότητα. Η αρχή των κλαδιών που ξεκινούν από τους καμπυλωτούς ώμους. Αστραπές εξαπολύονται από τα καλοφορεμένα σκουφιά του στήθους. Τρυφερές οι θηλές, καμωμένες από δέρμα άλλης υφής. Ακτινοχαϊδέματα σε ορθωμένες ρώγες με ανταύγειες ουράνιου τόξου. Το αγαπημένο πρόσωπο χάνεται στο σκοτάδι. Φωτεινό περίγραμμα παίζει φευγαλέα παιχνίδια στο ανακάτωμα των μαλλιών. Στέψη φωτός για τη γυναίκα που αγαπάω ...
Μένω στο κέντρο της πόλης, στο πιο κεντρικό σημείο, στον τρίτο όροφο ενός νεοαποικιακού κτίσματος που θυμίζει μοναστήρι Καρμελιτών με τις μπεζ κολόνες στα παράθυρα και στις πόρτες, τα μαύρα και άσπρα πλακάκια στην είσοδο, το σκουρόχρωμο ξύλο στις αρματωσιές και τα δεσίματα και την επιγραφή Ρεζιντάνς Σαβόι πάνω από την κεντρική είσοδο. Κάτι παλιό και ξεπεσμένο πλανιέται εδώ.
Κάτω, οι δρόμοι αδειάζουν στις έξι το απόγευμα και γεμίζουν πάλι στις εφτά το πρωί. Κόσμος πολύς που τρέχει να προλάβει τα λιγοστά σαραβαλιασμένα λεωφορεία το βράδυ και που το πρωί πάει βιαστικός στις δουλειές του. Γνωστό τοπίο.
Όμως τα βράδια, μόλις οι δρόμοι αδειάσουνε, έρχονται οι φύλακες. Οι σατινέλ. Οι σατινέλ είναι όλοι τους κοκαλιάρηδες, ντυμένοι με κουρέλια. Ξετυλίγουνε ένα χαρτόκουτο που θα είναι το κρεβάτι τους για τη νύχτα και το απλώνουνε στην είσοδο του μαγαζιού ή του σπιτιού που φυλάνε. Δένοντας ένα σπάγκο από δέντρο σε δέντρο φτιάχνουν ένα πρόχειρο περίφραγμα γύρω από τον προσωπικό τους χώρο. Μαζεύουνε κλαριά κι ανάβουνε φωτιές στο δρόμο ή στο πεζοδρόμιο για να διώχνουνε τα κουνούπια και ζεσταίνουνε νερό για τσάι. Δίπλα ακουμπάνε το τόξο με τα βέλη κι αρχίζουνε το σκούπισμα του δρόμου με μεγάλη επιμέλεια. Η νύχτα έρχεται και η πόλη τους ανήκει. Μερικοί φύλακες πλέκουν καλάθια όλη τη νύχτα, ενώ άλλοι διαβάζουν ψαλμούς.
Το πρωινό με την απότομη μεταστροφή της νύχτας σε μέρα, βγαίνουνε από εσοχές και πόρτες, οικοδομές και εγκαταλειμμένα σπίτια οι τερατάνθρωποι, που δημιουργούνε σκηνές φρίκης καθώς μαζεύονται στην κεντρική Λεωφόρο της Επανάστασης που βρίσκεται δίπλα και διαγώνια στο σπίτι. Σακάτηδες, πεινασμένα και δύσμορφα πρόσωπα, εξαθλιωμένοι, ρακένδυτοι, φαντάσματα εφιαλτικά βγαίνουν από μισοτελειωμένες οικοδομές, από εισόδους μαγαζιών κι από μισοκατεστραμμένα αποικιακά αρχοντικά κι ο καθένας πιάνει το πόστο της ζητιανιάς του. Κι έτσι όπως περπατάω, βλέπω κάποιον να ξετυλίγει τις βρομισμένες γάζες στα πρησμένα από γάγγραινα πόδια του, άλλον καθισμένο κατάχαμα να ζουλάει την πατούσα του για να βγάλει το σκουλήκι που μπαίνει στο δέρμα και γεννάει τ' αβγά του κι αν δεν το προλάβεις απλώνεται σ' όλο το σώμα, άλλον να βιδώνει στο κομμένο πόδι του μια σιδερένια ιδιοκατασκευή για να μπορεί να περπατάει, άλλον με
καφεκίτρινες κηλίδες στο πρόσωπο που του λείπει η μύτη και στη θέση της είναι μια ανοιχτή πληγή.
Κι όλοι αυτοί απλώνουνε το χέρι ζητώντας ελεημοσύνη και γω πρέπει να καμώνομαι ότι δεν τους βλέπω. Δίπλα μου βαδίζουνε κι άλλοι που πουλάνε, άλλος βραχιόλι ψεύτικό για χρυσό, άλλος σκουλαρίκια από ελεφαντόδοντο, κέρατα βούβαλου σκαλισμένα σε σχήμα πουλιού, πορτοκάλια, πατάτες, ψωμάκια, σαλάτες, τομάτες, αβοκάντος, χόρτα, τσιγάρα, σπίρτα, διαμάντια, όλοι γύρω, τριγύρω, ξοπίσω μου στήνουν χορό με απλωμένα χέρια και πράγματα που τα κουνάνε μπροστά μου, δίπλα μου, παντού, μουρμουρίζοντας, γυρεύοντας λεφτά. Στρεβλωμένα χέρια, μαύρα πρόσωπα, άσπρα δόντια. Κινήσεις με τα χέρια που δείχνουνε να πριονίζουνε τα στομάχια τους, έκφραση για πείνα, μάτια κοκκινισμένα από το αλκοόλ. Δυστυχία, εξαθλίωση, θάνατος.
Από τα θολωτά παράθυρα κοιτάζω το λόφο που έχει σχηματιστεί απέναντι από τα σκουπίδια που ρίχνουν οι γείτονες τη νύχτα.
Το πρωί έρχονται οι ρακοσυλλέκτες και ξεδιαλέγουνε. Μέσα στα σκουπίδια μαζεύονται αρουραίοι που πετάγονται πανικόβλητοι μόλις νιώσουν ανθρώπους, καθώς και οι μεγάλες σαύρες με τα μπλε και πορτοκαλιά χρώματα. Στα σκουπίδια σκαλίζουνε κόκκινοι σκύλοι, γάτες, τ' άσπρα πουλιά που μοιάζουνε φλαμίγκος με το παρτσακλό περπάτημα και το χαριτωμένο πέταγμα, αλλά και μικρότερα είδη, κατσαρίδες, μύγες, κουνούπια, σκαθάρια, χρώματα και φαντασία κι άλλα πραγματάκια απειροελάχιστα, άλλα ελαχιστότατα κι άλλα αόρατα. Χαμός. Ένα ολόκληρο σύμπαν μόνο στα σκουπίδια της γειτονιάς μου.
Κινσάσα, Σεπτέμβρης, θερμοκρασία γύρω στους 30 βαθμούς, ζέστη αποπνικτική, κολλάω ολόκληρος.
Στο ποτάμι, που φαίνεται από το σπίτι, γίνονται κάθε μέρα εκρήξεις, άγνωστο γιατί, και υψώνονται νερένιοι πίδακες ύψους εξήντα και ογδόντα μέτρων. Λίγο πριν, το σπίτι σείεται και τρέμει σαν να γίνεται σεισμός.
Χτες το πρωί έπεσε η πρώτη Μπούλα. Μπαίνουμε για τα καλά στην περίοδο των βροχών που θα κρατήσουνε εννιά ολόκληρους μήνες. Κατά τις πέντε το πρωί σηκώθηκε ένας αέρας, γινότανε ένα κακό ... άστραφτε και μπουμπούνιζε. Σε λίγο, άρχισε η βροχή σε πελώρια κύματα. Κράτησε τρεις ώρες. Και μετά δρόσισε. Οι δρόμοι γεμάτοι σκουπίδια.
Εθνικό φαγητό είναι η Μουάμπα. Κοτόπουλο με σάλτσα υποκίτρινη από ρίζες μυστήριες, ρύζι βραστό κι ένα ψιλοκομμένο χορταρικό που λέγεται σάκα-σάκα. Από πάνω πασαλείβεις με κατακόκκινο πίλι-πίλι και τρώγοντας την πρώτη μπουκιά βγάζεις φλόγες σαν δράκος.
Τις μέρες αυτές οι καραφλοί μαύροι ζούνε τον απόηχο του τρομώδη εφιάλτη που πέρασαν και γι' αυτό κλείνονται νωρίς τις νύχτες στα σπίτια τους. Κάποιος παρανοϊκός Αμερικάνος πλήρωνε φονιάδες που κυνηγούσαν τις νύχτες τους καραφλούς μόνο μαύρους και μ' ένα λεπτό σύρμα και πολύ επιδεξιότητα τους έκοβαν το λαρύγγι πέρα-πέρα. Άλλες φήμες λένε ότι οι δολοφόνοι ήταν πράκτορες της ΣΙΑ και τα θύματα ήταν Κουβανοί, σταλμένοι από τον Κάστρο.
Το καινούριο νεκροταφείο της πόλης χτίζεται έξω μακριά στην περιφέρεια και δεν έχει τελειώσει ακόμα. Όσο για το παλιό που βρίσκεται μέσα στην πόλη είναι εδώ και καιρό γεμάτο.
Η Τρυπανοσωμίασις, κοινώς ασθένεια του ύπνου, προσβάλλει κάθε χρόνο γύρω στις τριάντα χιλιάδες άτομα. Είναι αρρώστια ενδημική όπως και η λέπρα, που προσβάλλει τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο. Η φυματίωση υπολογίζεται με τριακόσιες χιλιάδες κι ακολουθούν άλλες πολλές, πάρα πολλές αρρώστιες.
Ο Κόνγκο κατεβάζει πολλή λάσπη κι έχει άσχημο μουντό χρώμα. Πάνω στο νερό γλιστράνε φυτά, πού και πού πιρόγες με ψαράδες, στις άκρες του ποταμού φούσκες πράσινες με όμορφα βιολετί λουλουδάκια. Τα ψάρια του ποταμού είναι πελώρια, συχνά ζυγίζουν πάνω από είκοσι κιλά και είναι και νόστιμα.
Χτες έφαγα Καπετάνιο ψητό, Δικηγόρο Σαλάτα και Πιστόλια για γαρνιτούρα. Καπετάνιος, ψάρι ποταμίσιο, Δικηγόρος, φρουτοσαλάτα, Πιστόλια, μικρά τρυφερά ψωμάκια.
Καπνίζω το πιο εξωτικό και δυσεύρετο ζώο που λέγεται Οκαπί.
Είναι κάτι σαν αντιλόπη και στο πίσω μέρος έχει ραβδώσεις και μοιάζει με ζέμπρα.