Πέτρος Κυρίμης, Το Χριστουγεννιάτικο κοστούμι
>> 27.2.12 –
Ελλ. Λογοτεχνία,
πεζογραφία
Nα μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω!.. Όχι για τους λόγους που ήθελε να σταματήσει ο άλλος «…τα τρένα στο σταθμό» για να μην φύγει η αγαπημένη του κι άλλες τέτοιες παπαριές, ούτε για να νοιώσω πιο νέος, ούτε γιατί αναπολώ τίποτα ευτυχισμένες στιγμές που έζησα και δεν πρόκειται να ξανάρθουν. Τίποτα από όλα αυτά. Έναν λογαριασμό θέλω να κλείσω. Έναν λογαριασμό που θεωρώ ότι από τότε στάθηκε η αιτία και δεν έχω περάσει Χριστούγεννα της προκοπής. Χρόνια τώρα όλο κάτι μου λείπει αυτές τις μέρες και με κάνει να νοιώθω ότι όλοι είναι πλούσιοι και ευτυχισμένοι εκτός από μένα. Τόσο βαθιά ριζωμένο μέσα μου που έχω μετατρέψει το Πάσχα σε χαρούμενη γιορτή κι ενώ όλοι «πάσχουνε με τα πάθη του Χριστού, εγώ ακόμα και την Μεγάλη Παρασκευή που μέσα μου σιγοψέλνω το «ω, γλυκύ μου έαρ πως έδυσε το κάλος» είναι σαν να ψέλνω το «Χριστός γεννάται σήμερα» και για να μην παρεξηγηθώ ως ασεβής προλαβαίνω να σας πω ότι τα Χριστούγεννα είναι καταγραμμένα μέσα μου σαν κάτι το πολύ αρνητικό, επικίνδυνο και επίφοβο.
Και αιτία είναι ένα κοστούμι! Ένα κοστούμι τσόχινο χρώματος μπεζ με σταυρωτό σακάκι και κοντό παντελονάκι συμπληρωμένο με καφέ δερμάτινα παπούτσια. Το πρώτο κοστούμι της ζωής μου!..
Τα πρώτα δερμάτινα παπούτσια. Δικά μου! Στα δικά μου νούμερα κι όχι κάποιου ξάδερφου λίγο πιο φαρδιά στη μέση, λίγο πιο στενά στους ώμους…
Ο πατέρας μου μεγάλος και τρανός μέχρι τα πέντε μου χρόνια, ήτανε φτωχός κι ανήμπορος μέχρι τα δώδεκα μου και κάθε χρόνο κοιτώντας κάτω με διαβεβαίωνε ότι τα επόμενα Χριστούγεννα θα ήτανε καλύτερα και πως θα μου αγόραζε ένα κοστούμι κατάδικο μου. Και τότε εκεί στα δώδεκα με δεκατρία μου ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα με πήγε στον ράφτη και άρχισα να κάνω πρόβες.
Εκείνος μου μετρούσε με την μεζούρα τις πλάτες, τα χέρια, τον καβάλο.
Ήτανε η πρώτη και η τελευταία φορά που ένας ράφτης ακούμπαγε χέρι απάνω μου. (από τότε μέχρι σήμερα αγοράζω μόνο έτοιμα.)
Όταν τέλειωσε και το σιδέρωσε το πήγα στο σπίτι κρατώντας το με την ίδια ευλάβεια που περιφέρουν το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα οι Κεφαλλονίτες.
Η μάνα μου το έβαλε στην ντουλάπα μαζί με τα παπούτσια και εγώ την άνοιγα δέκα φορές την ημέρα και τα χάζευα.
Και τώρα ήρθε η στιγμή να σας πω γιατί θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω και να πάω σε εκείνο το όμορφο ηλιόλουστο πρωινό των Χριστουγέννων που στάθηκε η αιτία αν μη τι άλλο να μελαγχολώ τα Χριστούγεννα και να χαίρομαι το Πάσχα.
Εκείνο λοιπόν το χαρούμενο πρωινό των Χριστουγέννων εγώ βγήκα ντυμένος από την εξώπορτα με την ίδια σιγουριά που έχει η Ναόμι όταν βγαίνει μόνο με το βρακί και τράβηξα ίσια απέναντι στο ποδηλατάδικο που ο γιος του ποδηλατά δυο χρόνια πιο μεγάλος από μένα φούσκωνε ένα λάστιχο.
Και τώρα αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω ΔΕΝ θα έκανα τρία πράγματα που έκανα τότε. Πρώτον δεν θα έλεγα στον άλλον ότι εγώ έχω κοστούμι κι αυτός δεν έχει. Δεύτερον θα του έλεγα να πάμε να πλακωθούμε στο ξύλο πιο πέρα κι όχι μέσα στα λάδια και τρίτον όταν πήγα στο σπίτι ίδιος σα να είχα πέσει μέσα σε υπόνομο θα έσβηνα από το στόμα του πατέρα μου εκείνα τα λόγια που με κυνηγάνε από τότε και πολύ με πόνεσαν.
Γιατί καθώς με κοίταξε γύρισε στη μάνα μου και είπε: «Λες στο γουρούνι να πάει στο σωρό κι αυτό πάει στα σκατά».
***
copyright©Πέτρος Κυρίμης
photo©Cherie Hiser, 1997





>>